Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Ο κάτω κάτω κάτω κόσμος

Μισή Αχερουσία αδειάσανε, μέχρι να την συνεφέρουν. Και επιτέλους ο ανθός της γης, η όμορφη Περσεφόνη, άνοιξε τα καθαρά πλέον ματάκια της. Με τόσο νερό που την μπουγελώσανε, έφυγε επιτέλους ο  μαρεγκένιος σοβας! Με το που τ' ανοίγει και βλέπει το παππούδι, το ραμολί να την κρατά τρεμάμενος στην αγκαλιά του........έτριξαν τα αραχνιασμένα θεμέλια του κάτω κόσμου. Σκιάχτηκαν και κρύφτηκαν οι σκιές! Τι στριγκλιές ήταν εκείνες; Μέχρι και η μάνα της την άκουσε εκεί πάνω στου Ταντάλου το παλάτι.

 Στο παλάτι, ο Τάνταλος, μόλις είχε σερβίρει εκλεκτό φαγητό στους ερίτιμους και σελέμπριτι καλεσμένους του. Στους θεούς! Μόλις είχε σερβίρει μαριναρισμένα με ρόδι και μέλι, μυρωδάτα μπριζολίκια, που η τσίκνα τους όσο ψηνόντουσαν είχε μουρλάνει τον Δία! Μέσα στις ασημένιες πιατέλες, τώρα άχνιζαν τρυφερά παϊδάκια από τα πλευρά του Πέλοπα! Του όμορφου γιου του!!! Οι θεοί δεν κατάλαβαν και άρχισαν το φαγοπότι! Ο Δίας, λαίμαργος και μονοφαγάς όπως πάντα, άρπαξε τη σπάλα. Η Δήμητρα, με το που έφερε τον πρώτο μεζέ στο στόμα, το ψυχανεμίστηκε. Ξαναδοκίμασε άλλη μια μπουκιά και βεβαιώθηκε! Άνθρωπος!!! Εκείνη την ώρα ήταν που άκουσε τη θυγατέρα να στριγγλίζει και έτρεξε σαν τη μουρλή έξω στα λιβάδια να τη βρει φωνάζοντας ταυτόχρονα στους άλλους θεούς... ''Τρώτε άνθρωποοοοο!'' Οι θεοί σοκάρισμένοι άρχισαν να μοντάρουν κακήν κακώς τον Πέλοπα (Πώς ήταν ο Φρανκεστάιν;) Με συνοπτικές διαδικασίες άρπαξαν τον Τάνταλο και τον έστειλαν σούμπιτο στον Τάρταρο. Πεσκέσι στον Πλούτωνα.

Μα ο Πλούτωνας, ούτε που τον είδε, ούτε που τον άκουσε. Kαι σάμπως θα μπορούσε να τον ακούσει; Τον είχε ξεκουφάνει ο ανθός ης γης και έψαχνε πανικόβλητος να βρει ωττασπίδες. ''Θεοί του Ολύμπου, μακάρι να έρθει η μάνα της να μου τη γυρέψει πίσω. Τι τους ήθελα εγώ τους γεροντοέρωτες;'' και αμέσως φώναξε τον Ασκάλαφο και τον πρόσταξε να μη χάσει από τα μάτια του την Κόρη και ούτε να την αφήσει να δοκιμάσει τίποτα από τα εδέσματα του κόσμου τους, μπας και καταφέρουνε να την ξεφορτωθούν.