Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Το ξεπόρτισμα (η συνέχεια)

Έβαψε τα χείλη ολοκόκκινα, , πέρασε με καπνιά τα φρύδια, τόνισε τις ήδη μακριές βλεφαρίδες της με ένα καινούριο μείγμα από ασπράδι αυγού με ρετσίνι (εδώ που τα λέμε το παράκανε με το νέο μείγμα στα ματοτσίνορα και κάπου κάπου κολλούσαν  μεταξύ τους), τσίμπησε τα μάγουλά της να ροδίσουν ελαφρώς, ξεγύμνωσε τον ένα ώμο  τραβώντας τις δύο πόρπες που κρατούσαν τον λινό χιτώνα κλειστό και άφησε , τυχαία τάχα μου, το μισό βυζάκι ακάλυπτο. Λίγο πριν φύγει έριξε μια τελευταία ματιά στο έσοπτρον που της είχε δανείσει  ένας κάποιος Νάρκισσος πριν από καιρό, και που είχε ξεχάσει να του επιστρέψει. Και αφού ''Ναι, κούκλα είσαι'' της απάντησε το έσοπτρον στη βουβή ερώτησή της: '' έσοπτρον εμου, εμου εσοπτρίδιον, τίς εστί η καλλίων, τίς εστί χαριεστέρα, τίς εστί ερρωμενεστέρα,  έσοπτρον εμού, εμού εσοπτρίδιον ειπέ και ημίν'' άρπαξε το ιμάτιό της τράβηξε από τα πέπλα τις ακόλουθές της που είχαν μουγγαθεί λες και ήπιαν το αμίλητο νερό και έτρεξε στα λιανοχορταρούδια.
Οι φιλενάδες της από την άλλη, εξεπλάγησαν όταν αναγνώρισαν στα χέρια της, το καθρεφτάκι του άτυχου νέου που για να μην ενοχλήσει την πριγκιπέσα ζητώντας το πίσω, αρκέστηκε να καθρεφτίζεται στα νερά μιας λίμνης. Δεν μπόρεσαν να μη θυμηθούν οτι εκστασιασμένος, εκείνος, με το είδωλό του (θεϊκός στην ομορφιά ο άτιμος), δεν πρόσεξε, γλίστρησε και έπεσε μέσα. Τα μακριά κυματιστά μαλλιά του, που όλες είχαν θαυμάσει, μπλέχτηκαν στα υδροχαρή καλάμια  και ο νέος άφησε την τελευταία του πνοή μέσα σε μια  θεαματική μπουρμπουλήθρα ώσπου τελικά βυθίστηκε, με το ζωοπλαγκτόν σαν σάβανο απλωμένο πάνω του, στον λασπώδη πυθμένα  της λίμνης.''Που να την πάρει ο Άδης στα Τάρταρα..., από την ανευθυνότητα και την ασυνέπειά της, η γλυκόλαλη νύμφη Ηχώ έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη για τον χαμό του και έγινε βράχος''

 Εξω στα λιβάδια κόντευε να χαράξει και ο Άδωνις πουθενά! Η Περσεφόνη καμωνόταν οτι τάχα μου μαζεύει άνθη. ''Α, τούτο δω μοιάζει να σκύβει όπως εκείνος ο Νάρκισσος όταν καθρεφτιζόταν στη λίμνη, δεν νομίζετε;'' έσκυψε και το έκοψε για να στολίσει το κεφάλι της. ''Μεγάλη τιμή για το ταπεινό άνθος, να στολίσει το κεφάλι μου, ε κορίτσια;'' και χαχάνισε νευρικά. Λες να την είχε στήσει το αμόρε και να αρχίσουν το δούλεμα οι άλλες; Στη σκέψη και μόνο τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στις βαρυφορτωμένες με ψιμύθια παρειές.
Και τότε ήταν που άκουσε οπλές αλόγων που τρέχουν. ''Ερχεται κορίτσια, έρχεται'' σκλήρισε από τη χαρά της και έτριψε τα μάτια για να σκουπίσει τα δάκρυα. Τι το 'θελε; Το ρετσίνι και η μαστίχα έγιναν μπετόν αρμέ. Οι πάνω με τις κάτω βλεφαρίδες είχαν γίνει ένα σώμα, μια πυκνοϋφασμένη κουρτίνα που μέσα από αυτήν μετά βίας μπορούσε να διακρίνει το  λουστραρισμένο μαύρο τέθριππο αμάξι  του καλού της. Μετά βίας μπορούσε να διακρίνει και τον ίδιο, τον ήλιο και τα αστέρια της ζωής της, με τα γένια του ( τα γένια του;) να σκύβει από πάνω της. Αμέσως πρόταξε τα χείλη της για να δεχτεί το φιλί του ''σκάστε τώρα φιλενάδες από τη ζήλια σας''...αλλά αντί να νιώσει τα  χείλη του, ένιωσε τα στιβαρά του μπράτσα να την αρπάζουν, να την σηκώνουν βίαια από τη γη και να την καθίζουν στο άρμα (Τι ορμή! τι πάθος! Ασυγκράτητο το αγόρι μου! Με βλέπετε κακιώσες;)

 Το άρμα με δυο δυνατές καμτσικιές ξεκίνησε αμέσως σπινιάρωντας και άρχισε να τρέχει σαν διαολεμένο.Ίσα που πρόλαβε να σηκώσει το χέρι και να χαιρετήσει τις φιλενάδες ,τις ζηλιάρες, τις κακιώσες. Εκείνος με το ένα χέρι την κρατούσε σφιχτά και με το άλλο κουλάντριζε τ άλογα . Και κείνα σηκώσαν τόσο κορνιαχτό και σκόνη ( λες και τα καβάλαγε ο Ταράξιππος), που  δεν μπορούσε να δει τίποτα, παρόλο που κατάφερε να μισοξεκολλήσει και να μισοαανοίξει τα μάτια της,. Ένιωσε τη γη να τρέμει και να βογκάει (πώς λέμε ώδινεν όρος;) και  στα ξαφνικά το έδαφος να υποχωρεί . Μια τεράστια  σκοτεινή τρύπα έχασκε μπροστά τους στο λουλουδοχώραφο.  Έγινε σαν το πανί από τον φόβο της και κρατώντας ξανά τα μάτια ερμητικά κλειστά,  σφίχτηκε πάνω του (τι μυρωδιά και αυτή; χώμα, μούχλα και ασφόδελος!). Τουλάχιστον ας πεθάνουν αγκαλιά, να είναι μαζί στον θάνατο!
Τα άλογα σαν πυρακτωμένα όρμησαν μέσα στο απέραντο μαύρο κενό. Άκουσε έναν σκύλο να αλυχτάει πίσω τους! Ή μήπως ήταν μπροστά τους;;; Όχι, ήταν πάνω στο αμάξι μαζί τους!!! Δεν ήταν ένας! Τρεις ήταν!!! Όχι, λάθος! Ήταν Ένας σκύλος με Τρία κεφάλια!!!

Από δω και κάτω έχασε τις αισθήσεις της και δεν ξέρουμε τι έγινε......

Συνεχίζεται...

Σημείωση 1: Η Αρπαγή της Περσεφόνης του Gianlorentzo Bernini 1622 - Βίλα Μποργκέζε-Ρώμη
Εντυπωσιακή η λεπτομερής απόδοση της σάρκας της Περσεφόνης, κάτω από τα δάχτυλα του Άδη
Σημείωση 2: Το παραπάνω σενάριο είναι άκρως φανταστικό και ουδεμία (ίσως ελάχιστη) σχέση υπάρχει μεταξύ των πραγματικών μύθων Περσεφόνης και Ναρκίσσου.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Θα έρθω να σε κλέψω...

Εκείνος τα 'χε τα χρονάκια του, οι ασημένιοι του κρόταφοι του το θύμιζαν διαρκώς κάθε φορά που αντίκρυζε το πρόσωπό του καθρεφτισμένο στα ατάραχα νερά της Αχερουσίας. Ακόμη και, τα άλλοτε θυσανωτά, μαλλιά του είχαν αραιώσει κάπως. Καιρός ήταν να νοικοκυρευτεί! Ούτως ή άλλως η μάνα του του τρωγε τα αυτιά, απνευστί, εδώ και αιώνες: ''Ανεπρόκωπε, συφοριασμένε, αγοραφοβικέ, ακοινώνητε, έχεις απομονωθεί στα σκοτάδια του κάτω κόσμου, έτσι όπως πας, δεν πρόκειται να παντρευτείς στον αιώνα τον άπαντα. Ποια θα σε πάρει, έτσι αγέλαστος και τοξικός που είσαι; Εγγόνια από σένα πότε θα δω;'' Πώς να της πει, οτι το πουλάκι του, εκτός του οτι υπολειτουργούσε (βλέπεις στην ομιχλώδη χώρα του, με λειμώνες γεμάτους ασφόδελους, δεν φύτρωναν τριβόλια), ήταν τοσο δα μικρούτσικο που η πιθανότητα να αποκτήσει απογόνους ήταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας;!!! Αθάνατη αθάνατη, γρια γυναίκα ήτανε -πολύ γρια για την ακρίβεια, μη τσακίσει κάνας χάρος το πόδι του και του  κατεβάσει κάτω αυτήν και τη μουρμούρα της - το λες τέτοιο πράμα;

Και να τώρα, εδώ μπροστά του, στο πάρτι του Τάνταλου, μια οπτασία!!! Η μονάκριβη θυγατέρα της Δήμητρας, με τα μενεξεδί, διάφανα πέπλα της,  με τα μπουτάκια της, τα βυζάκια της, τις τσαχπινιές της, τη ζωντάνια της, με τα όλα της να του μεθάει τους οφθαλμούς και να του ανεβάζει την τεστοστερόνη, τη θυροξίνη και την προλακτίνη και ό,τι συνεπάγεται...

Εκείνη, αντίθετα, μόλις είχε βγει από την εφηβεία και έτρεχε με τις φίλες της στα ανθισμένα χωράφια, σαν μικρή φοραδίτσα την άνοιξη. Μες στα τραγούδια και την τρελή χαρά.  Ήταν ενθουσιασμένη γιατί ο Άδωνις της μήνυσε οτι είναι βαθύτατα ερωτευμένος μαζί της.

Οι φίλες της έσκασαν από το κακό τους όταν έμαθαν οτι τη γούσταρε ο πανέμορφος εκείνος νέος. Είχαν αντιληφθεί όμως, οτι τη γούσταρε και εκείνος ο κακοϊσκιωτος βρωμόγερος,  που μύριζε βαριά σαν χώμα, σαν μούχλα, σαν ασφόδελος... Στο λεπτό αποφάσισαν να δώσουν ένα καλό μάθημα στην ξιπασμένη και κακομαθημένη φίλη τους. ( Η αλήθεια είναι οτι η μάνα της το 'χε παρακάνει, την είχε κακομάθει, δεν της έβαζε όρια, ούτε την πολυζόριζε να κάνει τα μαθήματά της και η νεαρά είχε εξελιχθεί σε μικρό δικτάτορα) Πλησιάζουν λοιπόν τον κακοϊσκιωτο και του λένε οτι η Πέρσα είναι τρελή και παλαβή μαζί του και θάθελε ένα σημάδι για τα δικά του αισθήματα.

Παίρνει ο δικός μας, αμέσως σφυρί και καλέμι και αρχίζει να κοπανάει μιά πλάκα, χαράσσοντας σήματα ληγρά ''ΘΑ ΕΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΚΛΕΨΩ'' Υπογραφή: (κριτσ κριτσ) "ΑΔΩΝΑΪ'' Τι καλύτερη δήλωση από αυτή;!!!

Χοροπήδησε από τη χαρά της η κορασίδα, ανέμισε τα πέπλα της, στριφογύρισε κρατώντας σφιχτά στο στήθος της την χαραγμένη πλάκα και έτρεξε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του οικοδεσπότη τους, να φρεσκαριστεί και να ετοιμαστεί για το ραντεβού στα λουλουδοχώραφα.

Μάταια οι φίλες της, οι οποίες την ακολούθησαν, προσπαθούσαν να της πουν οτι πρόκειται για παρεξήγηση και δεν είναι ο Άδωνις  ο αποστολέας. ''Μα γράφει το όνομά του, σας λέω!!!", απαντούσε εκείνη. Τώρα τι να της πούνε, που το δίχως άλλο, θα πήγαινε αμέσως στη μάνα της κλαίγοντας και κείνη η τρομερή, θα τις πέρναγε δια πυρός και σιδήρου; Να της πούνε οτι  αγράμματη καθώς είναι, διάβασε ''Άδωνης'' αντί ''Αδης''; Όχι βέβαια τέτοια προσβολή! Μόκο λοιπόν και οι θεοί βοηθοί!.....
Συνεχίζεται...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Φρύνη: Η ανθρώπινη πάνδημη και ουράνια όψη της Αφροδίτης

Τον αρνήθηκε για εραστή και την οδήγησε στους Ηλιαστές με την κατηγορία της ασέβειας και της εισαγωγής καινών δαιμονίων. Την υπερασπίστηκε πρώην εραστής της, που την χρυσοπλήρωνε μάλιστα άλλοτε, για να του κάνει την τιμή να κοιμάται μαζί του. Στο παρατσακ για να χαθεί η δίκη, της τραβηξε τον πέπλο και αποκάλυψε στα εκστασιασμένα βλέμματα των ηλιαστών τη θεϊκή ομαρφιά της γυμνότητάς της. Φυσικά, απουσίας φαρμακο..ζηλιάρων ομοφυλών της στο σώμα των δικαστών, αθωώθηκε!!! 



Υπήρξε μοντέλο του Πραξιτέλη για το άγαλμα της Κνίδιας Αφροδίτης,
 του οποίου βλέπουμε 
αντίγραφο, μάλλον μέτριο. 
Ο δικηγόρος της την υπερασπίστηκε κάπως έτσι:
"Ω γυναικεία ομορφιά, ιερή μαζί και δολερή, αμαρτία της ζέουσας σάρκας, που κατακτάς φιλήδονα τα όνειρα των ανδρών... Ω δαιμονική γυναικεία ομορφιά, απριλιάτικο μειδίαμα των Χαρίτων, περιπαθής και άσπιλη μορφή ατσαλάκωτου πρωτογέννητου κόσμου που οι θελκτικές και μαργιόλικες ματιές σου ξεσηκώνουν θύελλες οίστρων και λυρισμών σαπφικών και ανακρεόντειων!..

Μαζί σου και στην κόλαση...

Η μοιχαλίδα Αφροδίτη με τον Άρη στο κρεβάτι όπου καθώς βγάζουν τα μάτια τους, αόρατα δίχτυα τους παγιδεύουν.
 Ο Ήφαιστος, ο απατημένος σύζυγος και πολλάκις κερατούκλης, καλεί όλους τους θεούς για τη διαπόμπευση του παράνομου ζεύγους και ως μάρτυρες της μοιχείας.
 Οι θεοί ξεκαρδίζονται στα γέλια και δύο από αυτούς, αστειευόμενοι, εύχονται νάταν οι ίδιοι στη θέση του Άρη και ας γίνονταν ρεντίκουλο σε όλο τον Όλυμπο.
 Πόσο ανθρώπινοι οι θεοί των προγόνων!!!! Ερωτεύονται, ποθούν, ζηλεύουν, θυμώνουν, Γελάνε! ΓΕΛΑΝΕ !!!!!!!!!
 Απολάυστε την πιο διασκεδαστική και σκαμπρόζικη ιστορία της Οδύσσειας!!!!!!!!!!! 

''... Κι άρχισε εκείνος παίζοντας γλυκά να τραγουδήσει
ο Άρης πώς αγάπησε την όμορφη Αφροδίτη
και πως κρυφά πρωτόσμιξαν στον πύργο του Ηφαίστου
κι αφού πολλά της χάρισε, του ατίμασε το στρώμα.
Κι έτρεξε ο Ήλιος άξαφνα σ’ αυτόν μαντατοφόρος
όταν τους είδε αγκαλιαστούς να σμίξουν απ’ αγάπη.
Κι ο Ήφαιστος σαν άκουσε το θλιβερό μαντάτο
στο γυφταριό του κίνησε με το κακό στο νου του.
Και βάζοντας στο κούρσουρο τ’ αμόνι το μεγάλο,
άσπαστα δίχτυα κι άλυτα γι’ αυτούς σφυροκοπούσε
για να πιαστούν κι ασάλευτοι να μείνουν ενωμένοι.
Κι απ’ το θυμό του αφρίζοντας σαν έφτιασε τα δίχτυα,
σπίτι του πήγε που ᾽χε εκεί το νυφικό του στρώμα,
κι άπλωσε γύρω τα δεσμά στου κρεβατιού τα πόδια
κι απάνω κρέμουνταν πυκνά κατάκορφα απ’ τη στέγη,
λεπτά σαν αραχνόπλεχτα που και των αθανάτων
το μάτι δε θα τα ᾽βλεπε. Γιατί ήταν καμωμένα
με πονηριά αξεπέραστη. Και στο κρεβάτι κύκλο // σαν άπλωσε το δολερά πλεμάτια, για τη Λήμνο
καμώθηκε πως έφυγε την ομορφοχτισμένη, // που ξέχωρα τη χώρα αυτή την αγαπούσε απ’ όλες.
Μα σαν τυφλός δε φύλαγε κι ο χρυσαστράφτης Άρης
ως είδε τον καλότεχνο θεό που αναχωρούσε
και για τον πύργο κίνησε του δοξασμένου Ηφαίστου,
ποθώντας της καλόζωστης Κυθέρειας την αγάπη.
Μόλις απ’ τον ανίκητο πατέρα της το Δία
γύρισε και καθόντανε κι ο Άρης μπήκε μέσα
κι ευτύς γλυκά τη χάιδεψε και τρυφερά της είπε
«Πάμε στο στρώμα, αγάπη μου, τον ύπνο να χαρούμε.
Ο Ήφαιστος δεν είναι εδώ, μόν’ για τη Λήμνο πήγε
εκεί τους αγριόφωνους τους Σίντιες ν’ ανταμώσει».
Είπε κι εκείνη με χαρά να κοιμηθούν ποθούσε
και στο κρεβάτι ανέβηκαν γλυκό να πάρουν ύπνο.
Μα γύρω τους απλώθηκαν τα τεχνικά πλεμάτια
του βαθυστόχαστου θεού, και μήτε να σαλέψουν // μπορούσαν πια τα μέλη τους μηδέ να τα σηκώσουν,
κι είδαν πια τότε αδύνατο, πως ήταν να γλιτώσουν,
Στην ώρα πλάκωσε άξαφνα κι ο ξακουστός τεχνίτης,
πίσω ξανά γυρίζοντας, προτού να πάει στη Λήμνο,
γιατί τους φύλαγε σκοπός κι όλα του τα ᾽πε ο Ήλιος
και πήγαινε στον πύργο του με σπλάχνα ματωμένα.
Στάθηκε εμπρός στις ξώπορτες κι άφριζε απ’ το θυμό του
και με μεγάλες έσκουζε φωνές στους αθανάτους·
«Δία πατέρα κι οι λοιποί μακαριστοί κι αιώνιοι,
έλα να ιδείτε αβάσταχτες δουλειές που να τις κλαίτε,
πως πάντα εμένα το χωλό, του Δία η θυγατέρα
η Αφροδίτη με γελά κι αγάπησε τον Άρη
αυτόνε τον αφανιστή γιατί γερός στα πόδια
κι όμορφος είναι, όμως εγώ γεννήθηκα σακάτης.
Μόν’ δε μου φταίει άλλος κανείς, μόν’ οι γονιοί μου φταίνε,
που νάθε να μη μ’ έκαναν. Μα ιδείτε πώς κοιμούνται,
απάνω στο κρεβάτι μου αγκαλιασμένοι οι δυο τους. // Κι εγώ λυσσάζω βλέποντας, όμως θαρρώ πως έτσι,
κι ας αγαπιούνται από καρδιάς ξανά δε θα πλαγιάσουν.
Ευτύς ο πόθος και των δυο θα σβήσει να κοιμούνται.
Μα τα δεσμά κι η τέχνη μου θα τους κρατήσει τώρα,
ωσότου κι ο πατέρας της τα δώρα μου γυρίσει
όσα για την ξετσίπωτη την κόρη του μου πήρε.
Γιατί είναι η κόρη του όμορφη, μα δεν κρατάει στα πάθια».
Είπε και στο χαλκόστρωτο παλάτι συναζόνταν
όλοι οι θεοί κι ο σαλευτής του κόσμου ο Ποσειδώνας,
ήρθε κι ο σαλευτής Ερμής κι ο προφυλάχτης Φοίβος.
Μόνο οι θεές απόμειναν από ντροπή στο σπίτι.
Κι οι αγαθόδωροι θεοί στην ξώπορτα σταθήκαν
κι όλοι στα γέλια σκάσανε θωρώντας του Ηφαίστου
του πολυστόχαστου θεού τις τέχνες τις πανούργες.
Κι έτσι ο καθένας έλεγε στο διπλανό γυρνώντας:
«Ωστόσο οι άσκημες δουλειές κακό το τέλος έχουν
τον φτάνει ο αργός το γλήγορο καθώς και τώρα, να τα,
ο κουτσοπόδης Ήφαιστος σου τσάκωσε τον Άρη, // με τέχνη κι ο πιο γλήγορος απ’ τους θεούς ας ήταν,
που κατοικούν στον Όλυμπο και θα τον προτιμήσει».
Τέτοια οι αθάνατοι θεοί μιλούσαν μεταξύ τους.
Και έτσι είπε στον Ερμή του Δία ο γιος ο Απόλλων·
«Του Δία στρατηλάτη γιε, αγαθοδότη Ερμή μου,
θα ᾽θελες τάχα στα σφιχτά δεσμά πιασμένος να ᾽σαι
αν στο κρεβάτι πλάγιαζες με τη χρυσή Αφροδίτη;»
Κι απάντησε ο γοργόφτερος μαντατοφόρος κι είπε·
«Αχ, είθε αυτό να γίνουνταν, Απόλλο προφυλάχτη.
Κι άλυτα τόσα τρεις φορές πλεμάτια ας με κυκλώσουν
κι όλοι ας κοιτάζατε οι θεοί με τις θεές, εγώ όμως
στην αγκαλιά μου τη χρυσή την Αφροδίτη να ᾽χω».
Έτσι είπε κι οι αθάνατοι θεοί ξεκαρδιστήκαν....'' 


Οδύσσεια Ραψωδία θ, στίχοι 266-343, μετάφραση Ζ. Σίδερη

Έρωτας και ψυχή

Έρωτας και Ψυχή του Κανόβα, εμπνευσμένο από τον υπέροχο μύθο που περιγράφει ο Απουλήιος.

 Περιληπτικά: Ο Έρωτας πληγώθηκε από τα ίδια του τα βέλη και ερωτεύτηκε την Ψυχή. Την πήρε υπό την προστασία του και την έκανε ομόκλινή του. Την επισκεπτόταν όταν έπεφτε το σκοτάδι, με την συμφωνία ποτέ να μην του ζητήσει να τον δει, ούτε καν στο φως του λυχναριού. Οι ζηλιάρες αδερφές της όμως την έπεισαν οτι ο άγνωστος άντρας που κοιμόταν μαζί της θάταν ένα φοβερό τέρας. Η Ψυχή φοβισμένη έκρυψε ένα μαχαίρι στο στρώμα και όταν ο Έρωτας αποκοιμήθηκε πήρε το λυχνάρι για να βρει την κάμα. Έμεινε κόκκαλο όταν είδε οτι ο τρομερός εραστής της όχι μόνο δεν ήταν τέρας, όχι μόνο ήταν πανέμορφος, αλλά ήταν ο ίδιος ο θεϊκός Έρωτας!!!. Και τότε το λυχνάρι έσταξε πάνω του και τον ξύπνησε!!! Στενοχωρημένος που η Ψυχή τον παράκουσε, άνοιξε τα φτερά και πέταξε στον Όλυμπο. Η Ψυχή, τρυπημένη και η ίδια από τα βέλη του, τρελαμένη από την απώλειά του, τον ψάχνει παντού, και μετά πολλών περιπλανήσεων πέφτει στη δούλεψη της Αφροδίτης, όπου της κάνει τον βίο αβίωτο. Εν τέλει ο Έρωτας, που η καψούρα δεν του πέρασε, τη λυπάται και τη βοηθάει να ανταπεξέλθει στις δοκιμασίες που την υποβάλει η πανέμορφη, πλην κακίστρω πεθερά. Η Αφροδίτη δηλαδή! Και τέλος καλό, όλα καλά. Happy end, κουφέτα, νέκταρ και αμβροσία και εισιτήριο για την αθανασία!!! Άντε και στα δικά σας κοριτσάκια!