Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Το ξεπόρτισμα (η συνέχεια)

Έβαψε τα χείλη ολοκόκκινα, , πέρασε με καπνιά τα φρύδια, τόνισε τις ήδη μακριές βλεφαρίδες της με ένα καινούριο μείγμα από ασπράδι αυγού με ρετσίνι (εδώ που τα λέμε το παράκανε με το νέο μείγμα στα ματοτσίνορα και κάπου κάπου κολλούσαν  μεταξύ τους), τσίμπησε τα μάγουλά της να ροδίσουν ελαφρώς, ξεγύμνωσε τον ένα ώμο  τραβώντας τις δύο πόρπες που κρατούσαν τον λινό χιτώνα κλειστό και άφησε , τυχαία τάχα μου, το μισό βυζάκι ακάλυπτο. Λίγο πριν φύγει έριξε μια τελευταία ματιά στο έσοπτρον που της είχε δανείσει  ένας κάποιος Νάρκισσος πριν από καιρό, και που είχε ξεχάσει να του επιστρέψει. Και αφού ''Ναι, κούκλα είσαι'' της απάντησε το έσοπτρον στη βουβή ερώτησή της: '' έσοπτρον εμου, εμου εσοπτρίδιον, τίς εστί η καλλίων, τίς εστί χαριεστέρα, τίς εστί ερρωμενεστέρα,  έσοπτρον εμού, εμού εσοπτρίδιον ειπέ και ημίν'' άρπαξε το ιμάτιό της τράβηξε από τα πέπλα τις ακόλουθές της που είχαν μουγγαθεί λες και ήπιαν το αμίλητο νερό και έτρεξε στα λιανοχορταρούδια.
Οι φιλενάδες της από την άλλη, εξεπλάγησαν όταν αναγνώρισαν στα χέρια της, το καθρεφτάκι του άτυχου νέου που για να μην ενοχλήσει την πριγκιπέσα ζητώντας το πίσω, αρκέστηκε να καθρεφτίζεται στα νερά μιας λίμνης. Δεν μπόρεσαν να μη θυμηθούν οτι εκστασιασμένος, εκείνος, με το είδωλό του (θεϊκός στην ομορφιά ο άτιμος), δεν πρόσεξε, γλίστρησε και έπεσε μέσα. Τα μακριά κυματιστά μαλλιά του, που όλες είχαν θαυμάσει, μπλέχτηκαν στα υδροχαρή καλάμια  και ο νέος άφησε την τελευταία του πνοή μέσα σε μια  θεαματική μπουρμπουλήθρα ώσπου τελικά βυθίστηκε, με το ζωοπλαγκτόν σαν σάβανο απλωμένο πάνω του, στον λασπώδη πυθμένα  της λίμνης.''Που να την πάρει ο Άδης στα Τάρταρα..., από την ανευθυνότητα και την ασυνέπειά της, η γλυκόλαλη νύμφη Ηχώ έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη για τον χαμό του και έγινε βράχος''

 Εξω στα λιβάδια κόντευε να χαράξει και ο Άδωνις πουθενά! Η Περσεφόνη καμωνόταν οτι τάχα μου μαζεύει άνθη. ''Α, τούτο δω μοιάζει να σκύβει όπως εκείνος ο Νάρκισσος όταν καθρεφτιζόταν στη λίμνη, δεν νομίζετε;'' έσκυψε και το έκοψε για να στολίσει το κεφάλι της. ''Μεγάλη τιμή για το ταπεινό άνθος, να στολίσει το κεφάλι μου, ε κορίτσια;'' και χαχάνισε νευρικά. Λες να την είχε στήσει το αμόρε και να αρχίσουν το δούλεμα οι άλλες; Στη σκέψη και μόνο τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στις βαρυφορτωμένες με ψιμύθια παρειές.
Και τότε ήταν που άκουσε οπλές αλόγων που τρέχουν. ''Ερχεται κορίτσια, έρχεται'' σκλήρισε από τη χαρά της και έτριψε τα μάτια για να σκουπίσει τα δάκρυα. Τι το 'θελε; Το ρετσίνι και η μαστίχα έγιναν μπετόν αρμέ. Οι πάνω με τις κάτω βλεφαρίδες είχαν γίνει ένα σώμα, μια πυκνοϋφασμένη κουρτίνα που μέσα από αυτήν μετά βίας μπορούσε να διακρίνει το  λουστραρισμένο μαύρο τέθριππο αμάξι  του καλού της. Μετά βίας μπορούσε να διακρίνει και τον ίδιο, τον ήλιο και τα αστέρια της ζωής της, με τα γένια του ( τα γένια του;) να σκύβει από πάνω της. Αμέσως πρόταξε τα χείλη της για να δεχτεί το φιλί του ''σκάστε τώρα φιλενάδες από τη ζήλια σας''...αλλά αντί να νιώσει τα  χείλη του, ένιωσε τα στιβαρά του μπράτσα να την αρπάζουν, να την σηκώνουν βίαια από τη γη και να την καθίζουν στο άρμα (Τι ορμή! τι πάθος! Ασυγκράτητο το αγόρι μου! Με βλέπετε κακιώσες;)

 Το άρμα με δυο δυνατές καμτσικιές ξεκίνησε αμέσως σπινιάρωντας και άρχισε να τρέχει σαν διαολεμένο.Ίσα που πρόλαβε να σηκώσει το χέρι και να χαιρετήσει τις φιλενάδες ,τις ζηλιάρες, τις κακιώσες. Εκείνος με το ένα χέρι την κρατούσε σφιχτά και με το άλλο κουλάντριζε τ άλογα . Και κείνα σηκώσαν τόσο κορνιαχτό και σκόνη ( λες και τα καβάλαγε ο Ταράξιππος), που  δεν μπορούσε να δει τίποτα, παρόλο που κατάφερε να μισοξεκολλήσει και να μισοαανοίξει τα μάτια της,. Ένιωσε τη γη να τρέμει και να βογκάει (πώς λέμε ώδινεν όρος;) και  στα ξαφνικά το έδαφος να υποχωρεί . Μια τεράστια  σκοτεινή τρύπα έχασκε μπροστά τους στο λουλουδοχώραφο.  Έγινε σαν το πανί από τον φόβο της και κρατώντας ξανά τα μάτια ερμητικά κλειστά,  σφίχτηκε πάνω του (τι μυρωδιά και αυτή; χώμα, μούχλα και ασφόδελος!). Τουλάχιστον ας πεθάνουν αγκαλιά, να είναι μαζί στον θάνατο!
Τα άλογα σαν πυρακτωμένα όρμησαν μέσα στο απέραντο μαύρο κενό. Άκουσε έναν σκύλο να αλυχτάει πίσω τους! Ή μήπως ήταν μπροστά τους;;; Όχι, ήταν πάνω στο αμάξι μαζί τους!!! Δεν ήταν ένας! Τρεις ήταν!!! Όχι, λάθος! Ήταν Ένας σκύλος με Τρία κεφάλια!!!

Από δω και κάτω έχασε τις αισθήσεις της και δεν ξέρουμε τι έγινε......

Συνεχίζεται...

Σημείωση 1: Η Αρπαγή της Περσεφόνης του Gianlorentzo Bernini 1622 - Βίλα Μποργκέζε-Ρώμη
Εντυπωσιακή η λεπτομερής απόδοση της σάρκας της Περσεφόνης, κάτω από τα δάχτυλα του Άδη
Σημείωση 2: Το παραπάνω σενάριο είναι άκρως φανταστικό και ουδεμία (ίσως ελάχιστη) σχέση υπάρχει μεταξύ των πραγματικών μύθων Περσεφόνης και Ναρκίσσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου